ἀρτᾷ

ἀρτάω
fasten to
pres subj mp 2nd sg
ἀρτάω
fasten to
pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic)
ἀρτάω
fasten to
pres subj act 3rd sg
ἀρτάω
fasten to
pres ind act 3rd sg (epic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἄρτα — ἄ̱ρτᾱ , ἀρτάω fasten to imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἄρτᾱ , ἀρτάω fasten to pres imperat act 2nd sg ἄρτᾱ , ἀρτάω fasten to imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Άρτα — Πόλη (υψόμ. 30 μ., 19.435 κάτ.) της Ηπείρου, πρωτεύουσα του νομού Άρτης (βλ. λ.) και έδρα του ομώνυμου δήμου (βλ. λ. Αρταίων, δήμος). Η πόλη είναι χτισμένη στην αριστερή όχθη του κάτω ρου του ποταμού Αράχθου, στην προσχωσιγενή πεδιάδα της Ά. ή… …   Dictionary of Greek

  • Άρτα — Sp Árta Ap Άρτα/Arta L mst. ir nomas, V Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Βεντήρης, Γεώργιος — (Άρτα 1890 – Ελβετία 1954).Δημοσιογράφος και ιστορικός. Ο Β. υπήρξε ένας από τους σημαντικούς παράγοντες της ελληνικής πολιτικής ζωής κατά το πρώτο μισό του 20ού αι. Λακωνικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Άρτα και άρχισε τη δημοσιογραφική του… …   Dictionary of Greek

  • Μάξιμος ο Γραικός ή ο Έλλην — (Άρτα 1470; – μονή Αγίου Σεργίου, κοντά στη Μόσχα 1556). Θεολόγος και συγγραφέας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Τριβώλης, Η πολύπλευρη δράση του στη Ρωσία τον κατέστησε γνωστό στην ιστορία ως «φωτιστή των Ρώσων». Καταγόταν από εύπορη… …   Dictionary of Greek

  • Δημόπουλος, Ντίνος — (Άρτα 1921 –). Σκηνοθέτης. Σπούδασε στη δραματική σχολή Γιαννούλη Σαραντίδη και ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ίδρυσε δραματική σχολή, της οποίας υπήρξε και καθηγητής. Ασχολήθηκε με διάφορα είδη ταινιών… …   Dictionary of Greek

  • Ζέρβας, Ναπολέων — (Άρτα 1891 – Αθήνα 1957). Στρατιωτικός και πολιτικός. Πολύ νέος, κατατάχθηκε εθελοντικά στον στρατό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, στη διάρκεια των οποίων του απονεμήθηκε για ανδραγαθία ο βαθμός του ανθυπασπιστή. Στη συνέχεια, φοίτησε …   Dictionary of Greek

  • Καραπάνος, Αλέξανδρος — (Άρτα 1873 – Παρίσι 1946). Πολιτικός. Εργάστηκε ως διπλωματικός υπάλληλος στη Ρώμη, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη και στη Σόφια και προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες ως διπλωματικός σύμβουλος της στρατιάς Ηπείρου… …   Dictionary of Greek

  • Καραπάνος, Κωνσταντίνος — (Άρτα 1840 – Αθήνα 1911). Αρχαιολόγος, οικονομολόγος και πολιτικός. Σπούδασε στα Ιωάννινα, στην Κέρκυρα και στην Αθήνα, ενώ στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι, όπου ειδικεύτηκε στα οικονομικά. Αρχικά ασχολήθηκε με τραπεζικές επιχειρήσεις, τις οποίες… …   Dictionary of Greek

  • Κοτσαρίδας, Ελευθέριος — (Άρτα 1904 – Αθήνα 1966). Δημοσιογράφος. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πολιτικές επιστήμες στη Γαλλία. Πρωτοεμφανίστηκε στο δημοσιογραφικό επάγγελμα το 1923 στην εφημερίδα Εστία και εργάστηκε αρχικά ως συντάκτης… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.